διαμαρτάνω

διᾰμαρτ-άνω, [tense] fut.
A

-αμαρτήσομαι D.19.151

:—strengthd. for ἁμαρτάνω, miss entirely, go quite astray from,

τῆς ὁδοῦ Th.1.106

;

τοῦ πράγματος D.21.192

, 51.2;

τοῦ ἑταίρου Pl.Phdr.257d

; τῆς ὀρθοτάτης

πολιτείας Arist.Pol.1293b25

.
2 fail utterly of, fail of obtaining,

τινός Th.2.78

;

τῶν ἐλπίδων Isoc.4.93

;

τοῦ ἀγῶνος Is.6.52

;

τῆς εἰρήνης D.18.30

; δυοῖν χρησίμοιν οὐ δ. not to miss both of two good things, Id.19.151.
3 abs., fail utterly, opp. τυγχάνω, Pl.Tht.178a; to be quite wrong, Macho 2.6; γνώμῃ in judgement, D.24.48,110;

δ. τοῖς ὅλοις Arist.EN1098b28

; ἐν τῇ ἀρχῇ ib.1163a3;

περί τι Id.Oec. 1345b10

:—[voice] Pass.,

τὰ πολλὰ . . διημαρτημένα

utter failures,

Pl.Lg.639e

;

διημαρτημένας δόξας Diogenian.Epicur.2.32

; διημαρτημένος faulty, of style, Phld.Rh.1.8S., Longin.33.1, Demetr.Eloc.114 (also in act. sense,

πολλαχῇ διημαρτημένου τοῦ Πλάτωνος Longin.32.8

, cf. Plu.2.44e). Adv.

διημαρτημένως Poll.6.205

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμαρτάνω — miss entirely pres subj act 1st sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνω — (Α) [αμαρτάνω] αμαρτάνω, παραστρατώ 2. σημειώνω παταγώδη αποτυχία 3. πέφτω έξω στην εκτίμησή μου για κάποιον 4. δεν κατορθώνω να πάρω κάτι 5. έχω άδικο, σφάλλω …   Dictionary of Greek

  • διαμαρτάνῃ — διαμαρτάνω miss entirely pres subj mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτήσῃ — διαμαρτάνω miss entirely aor subj mid 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely aor subj act 3rd sg διαμαρτάνω miss entirely fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διημαρτημένα — διαμαρτάνω miss entirely perf part mp neut nom/voc/acc pl διημαρτημένᾱ , διαμαρτάνω miss entirely perf part mp fem nom/voc/acc dual διημαρτημένᾱ , διαμαρτάνω miss entirely perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανομένων — διαμαρτάνω miss entirely pres part mp fem gen pl διαμαρτάνω miss entirely pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανόμενον — διαμαρτάνω miss entirely pres part mp masc acc sg διαμαρτάνω miss entirely pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανόντων — διαμαρτάνω miss entirely pres part act masc/neut gen pl διαμαρτάνω miss entirely pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτησόμεθα — διαμαρτάνω miss entirely aor subj mid 1st pl (epic) διαμαρτάνω miss entirely fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνει — διαμαρτάνω miss entirely pres ind mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνον — διαμαρτάνω miss entirely pres part act masc voc sg διαμαρτάνω miss entirely pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.